Την Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2026 επαναλήφθηκε η καθιερωμένη (πλέον) Σύναξη Πνευματικών - Εξομολόγων, της Ιεράς Μητροπόλεως Πολυανής και Κιλκισίου, στην εστία του Ιερού Μητροπολιτικού Ναού Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, στο Κιλκίς, με αφορμή και την έναρξη της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Οι συνάξεις αυτές πραγματοποιούνται δύο φορές κατ' έτος και είναι μία καλή αφορμή επικοινωνίας και συζήτησης επίκαιρων θεμάτων που αντιμετωπίζουν οι ιερείς κατά τη διάρκεια του μυστηρίου της Εξομολογήσεως.
Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης κ.κ. Βαρθολομαίος αναφέρθηκε -μεταξύ των άλλων και- στη διακονία του μυστηρίου της Εξομολογήσεως:
«Ο Πνευματικός είναι η εικόνα του Χριστού – ιατρού. Είναι ένα ιερώτατο και λεπτότατο διακόνημα που αναλαμβάνει η Εκκλησία, για να θεραπεύσει αστοχίες, αμαρτίες και δυσκολίες που βασανίζουν το πλήρωμά της. Δεν είναι διοικητική ευθύνη, αλλά σταυρική διακονία ψυχών. Ο Κύριος μας, είπε: «οῦ χρεῖαν ἔχουσιν οἰ ἰσχύοντες ἰατρού, αλλ' οἰ κακῶς ἔχοντες». Άρα και εμείς οφείλουμε να βλέπουμε ότι ο Χριστός παρουσιάζεται ως ιατρός, όχι ως δικαστής. Καλούμαστε να γίνουμε εικόνα της ιαματικής παρουσίας του Κυρίου μας».
Στη συνέχεια, τόνισε τα χαρακτηριστικά της διακονίας του εξομολόγου-πνευματικού, συμβάλλοντας στην ευεργετική παρουσία του ιατρού Χριστού στη ζωή των ανθρώπων:
«Πρώτον, μην ξεχνάμε πως πνευματικός είναι πατέρας. Ο Άσωτος δεν είδε ένα δικαστή, αλλά έναν πατέρα. Γι’ αυτό «δραμὼν ἐπέπεσεν ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ». Επέστρεψε και είδε τον πνευματικό-πατέρα να περιμένει την επιστροφή του. Άρα κι εμείς σαν πνευματικοί οφείλουμε να μη ζητούμε την τελειότητα σε όσους εξομολογούνται σε εμάς, αλλά να περιμένουμε την επιστροφή τους. Ο ιερός Χρυσόστομος λέει ότι η Εκκλησία είναι ένα ιατρείο πνευματικό και όχι ένα δικαστήριο. Αν γίνει, λοιπόν, η εξομολόγηση τόπος φόβου, τότε παύει να είναι θεραπεία. Από εμάς εξαρτάται το πως θα διαχειριστούμε το πετραχήλι που μας εμπιστεύεται η Εκκλησία και ο Κύριος μας, να το κάνουμε είσοδο του Παραδείσου για τους ανθρώπους μας, όχι σημείο όπου αναδεικνύεται φόβος αλλά η θεραπεία που προσφέρει ο Χριστός.
Δεύτερον υπενθυμίζω πως η βασίλισσα των αρετών είναι η διάκριση. Ο Ιωάννης της Κλίμακος τη χαρακτηρίζει «φῶς ἐν σκότει». Άρα και εμείς, μέσα σε αυτή τη δυνατότητα, θα επικοινωνήσουμε με τους πιστούς μας, οι οποίοι θα επιλέξουν να εξομολογηθούν και θα επιλέξουν τον Πνευματικό τους. Χωρίς διάκριση, ακόμα και ο ζήλος του πιο θερμού χριστιανού, του πιο θερμού εξομολόγου γίνεται τραύμα, γι’ αυτό το λόγο καταλαβαίνουμε ότι δεν υπάρχει το ίδιο επιτίμιο για όλους. Κάθε άνθρωπος έχει τη δική του ιστορία, τις δικές του πληγές, τις δικές του ψυχικές αντοχές και υπομονές και για το ίδιο αμάρτημα μπορούμε να ακούσουμε, βάση της διακρίσεως, διαφορετική κατεύθυνση. Κατά περίπτωση κρίνουμε, ανάλογα με τη δυνατότητα του ανθρώπου, το τι θα αντέξει, σύμφωνα με αυτά τα οποία έχει να εξομολογηθεί. Εμείς ως πνευματικοί οφείλουμε να ακούμε τις πράξεις των ανθρώπων και τον πόνο που κουβαλούν, τη συνείδησή τους.
Τρίτον, η εξουσία της συγχωρήσεως είναι ένας Σταυρός, τον οποίο μας εμπιστεύονται ο Χριστός και η Εκκλησία και πρέπει να τον σηκώσουμε. Μας λέγει ο Κύριος: «ἄν τινών ἀφῆτε τὰς ἁμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς». Το χάρισμα της αφέσεως των αμαρτιών είναι ένα δώρο, αλλά και μια ευθύνη. Ο Άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος λέει ότι ο πνευματικός πρέπει "να γίνεται χάρη μετάνοιας". Ο ίδιος να είναι χάρη μετάνοιας. Δεν οδηγεί στη γνήσια μετάνοια, εάν και ο ίδιος δεν μπορεί να γευτεί τη μετάνοια. Γι’ αυτό να φροντίσετε και οι ίδιοι πριν ξεκινήσετε τη διακονία σας, να εξομολογηθείτε εσείς οι ίδιοι στον Πνευματικό σας. Αυτός που γεύεται και έχει προσωπική εμπειρία της εξομολογήσεως, δημιουργεί ένα θεμέλιο για την πατρική του παρουσία, ως εξομολόγος που παρέχει την άφεση. Εάν δεν γευτούμε την άφεση, δεν μπορούμε να την εκτιμήσουμε και να τη δώσουμε.
Τέταρτον, έχουμε τη δυνατότητα της θεραπευτικής οικονομίας. Ο Μέγας Βασίλειος αναφέρεται στην οικονομία της διαποίμανσης, διαχωρίζοντας την ακρίβεια από την οικονομία. Σκοπός δεν είναι η τιμωρία, αλλά η αποκατάσταση της κοινωνίας με το Θεό. Γι’ αυτό λοιπόν, το επιτίμιο που θα κληθείτε να βάλετε, δεν είναι ποινή, αλλά φάρμακο. Θα πρέπει να τονίζετε στους εξομολογούμενους ότι είστε υπεύθυνοι για τη σωτηρία της ψυχής τους και όπως οι γιατροί προσφέρετε το επιτίμιο ή τον κανόνα σαν φάρμακο για αυτό που θα ακούσετε. Αυτό το φάρμακο άλλοτε θα κανονίζεται από την ακρίβεια και άλλοτε από την οικονομία. Αρκεί η μεν πρώτη να μην καταλήξει σε ένα δυσβάσταχτο φορτίο στους ώμους των ανθρώπων, οι οποίοι έχουν ζήλο και ενδιαφέρον για την πνευματική τους προκοπή, και η δε οικονομία να μην καταλήξει σε ασυδοσία.
Πέμπτον, ο πνευματικός είναι μάρτυρας της ελπίδας. Σε μια εποχή φορτωμένη με πάρα πολλά προβλήματα, οι άνθρωποι κουβαλούν ενοχές, τραύματα, ψυχολογικά βάρη και η ακοινωνησία πολλές φορές, και το χάος που επικρατεί στις ανθρώπινες σχέσεις δημιουργούν μεγαλύτερα προβλήματα στον ψυχισμό των ανθρώπων. Αν δεν ακούσουν έναν λόγο ελπίδας, δε θα επιστρέψουν στον Χριστό και στην Εκκλησία Του. Θα ακούσουν τυπικά και θα απομακρυνθούν. Εμείς οφείλουμε να τους ενθαρρύνουμε με μια ελπίδα, παρόμοια με αυτήν που έδωσε ο Χριστός στη Μοιχαλίδα «…ουδέ εγώ σε κρίνω, πορεύου καὶ ἀπὸ τοῦ νῦν μηκέτι ἀμάρτανε». Οφείλουμε να δώσουμε και αλήθεια και έλεος στους ανθρώπους, που θα έρθουν κοντά μας.
Τέλος, ο Πνευματικός δε σώζει, σώζει ο Χριστός. και να μην το ξεχνάμε ποτέ. Εμείς φορούμε το πετραχήλι, ακούμε όσα μας καταθέτει ο εξομολογούμενος, αλλά η Χάρις είναι του Θεού και όχι προσωπική μας. Απαιτεί μελέτη της Αγίας Γραφής και των Πατερικών κειμένων και κυρίως αγαπώσα καρδιά. Να επιδείξετε καρδιακή, πατρική αγάπη, αγάπη που δεν εξαντλείται, φωτισμένη διάκριση και αληθινή ταπείνωση, την οποία πρέπει πρώτα εμείς να γευτούμε και μετά να την παρουσιάσουμε στους πιστούς της Εκκλησίας μας. Τότε η εξομολόγηση γίνεται ένας τόπος Αναστάσεως».
Ακολούθησε διάλογος αναφορικά με τη διακονία της Εξομολογήσεως και σχετικές οδηγίες για την καλύτερη διαχείριση των ζητημάτων που προκύπτουν κατά τη διάρκεια του ιερού αυτού Μυστηρίου.